Μελέτες δείχνουν ότι άτομα με ιστορικό καρκίνου εμφανίζουν κατά 25%-35% μικρότερο κίνδυνο να αναπτύξουν την ασθένεια που «κλέβει» τη μνήμη
Στις 17 Αυγούστου 2025, η Li Rebekah Feng έχασε τον σύζυγο και καλύτερο φίλο της, όπως η ίδια περιγράφει, από γλοιοβλάστωμα, την πιο επιθετική μορφή πρωτοπαθούς καρκίνου του εγκεφάλου. Ηταν μόλις 46 ετών. Παρά τις πλέον σύγχρονες θεραπείες και την καλή γενική υγεία του, η μάχη διήρκεσε μόλις 15 μήνες. Στην πορεία, ο όγκος δεν του στέρησε μόνο τη ζωή, αλλά σταδιακά και τις αναμνήσεις και όσα τον χαρακτήριζαν ως άνθρωπο. Μια διαδικασία που, όπως γράφει η ίδια, ήταν τραγικά ανάλογη με εκείνη που παρατηρείται στη νόσο Αλτσχάιμερ.
Η προσωπική αυτή εμπειρία αποκτά ιδιαίτερο βάρος καθώς η Dr. Feng, ερευνήτρια στο Εθνικό Ινστιτούτο Γήρανσης των ΗΠΑ, εξετάζει σε άρθρο της στο «Nature Aging» ένα από τα πιο παράδοξα ερωτήματα της σύγχρονης ιατρικής. Γιατί ο καρκίνος και η Αλτσχάιμερ, δύο ασθένειες που συνδέονται στενά με τη γήρανση, φαίνεται να παρουσιάζουν αντίστροφη σχέση; Και τι θα συνέβαινε εάν οι επιστήμονες που μελετούν τις δύο ασθένειες έπαυαν να δουλεύουν σε δύο ξεχωριστά «στρατόπεδα»;
Οπως αναφέρεται στο ίδιο άρθρο του έγκριτου επιστημονικού περιοδικού, επιδημιολογικές μελέτες έχουν επανειλημμένα δείξει ότι οι άνθρωποι με ιστορικό καρκίνου εμφανίζουν κατά 25%-35% μικρότερο κίνδυνο να αναπτύξουν την ασθένεια που κλέβει τη μνήμη. Αντίστροφα, στους ανθρώπους με Αλτσχάιμερ ο κίνδυνος εμφάνισης καρκίνου φαίνεται να είναι περίπου ο μισός. Το εύρημα είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον, καθώς η ηλικία αποτελεί τον σημαντικότερο κοινό παράγοντα κινδύνου και για τις δύο παθήσεις.
Μάλιστα, οι ερευνητές έχουν εξετάσει εάν η αντίστροφη αυτή συσχέτιση θα μπορούσε να αποτελεί στατιστική ή μεθοδολογική παγίδα. Ωστόσο, δεν φαίνεται να πρόκειται για… σφάλμα. Επίσης είναι αξιοσημείωτο ότι η σχέση αυτή δεν προκύπτει και σε άλλες νευροεκφυλιστικές παθήσεις.
Σε κάθε περίπτωση, «η παρατήρηση αυτή ως κλινικό δεδομένο υπάρχει από τη δεκαετία του 1990, αλλά επιδημιολογικές μελέτες το έδειξαν μετά το 2005» επιβεβαιώνει μιλώντας στα «ΝΕΑ» η δρ Παρασκευή Σακκά, νευρολόγος – ψυχίατρος και πρόεδρος της Εταιρείας Alzheimer Αθηνών. Και προσθέτει ότι αν και δεν έχει αποδειχθεί βιολογική συσχέτιση μεταξύ των δύο νοσημάτων «όλες οι παρατηρήσεις που συσχετίζουν τις δύο αυτές νοσολογικές καταστάσεις φαίνονται πολύ ενδιαφέρουσες. Υπάρχει η γενική βιολογική θεωρία ότι η νόσος Αλτσχάιμερ και ο καρκίνος είναι αντίθετες διαδικασίες βιολογικών κυτταρικών διεργασιών. Στον καρκίνο πρόκειται για ανεξέλεγκτο πολλαπλασιασμό κυττάρων, ενώ στην Αλτσχάιμερ για εκφύλιση και καταστροφή των κυττάρων του εγκεφάλου, των νευρώνων».
Ισως όμως το πιο σημαντικό, σύμφωνα με την ίδια, είναι ότι με βάση αυτά τα νέα δεδομένα θα υπάρξουν στο μέλλον ευκαιρίες εφαρμογής νέων θεραπευτικών παρεμβάσεων που να στηρίζονται σε αυτούς τους μηχανισμούς.
Ο ρόλος της πρωτεΐνης p53
Σημείο-κλειδί στην παράδοξη αυτή σχέση των δύο νόσων φαίνεται να αποτελεί η πρωτεΐνη p53. Αναλυτικότερα και όπως αναφέρεται στο ίδιο άρθρο του «Nature Aging», η απώλεια της λειτουργίας της ευνοεί την ανάπτυξη πολλών καρκίνων, ενώ η ενεργοποίησή της στον εγκέφαλο έχει συνδεθεί με παθολογικές διεργασίες της νόσου Αλτσχάιμερ. Αντίστοιχο ενδιαφέρον παρουσιάζουν το APP (πρωτεΐνη που βρίσκεται στην επιφάνεια των κυττάρων) και το β-αμυλοειδές, που, πέρα από τον κεντρικό ρόλο τους στη συγκεκριμένη νευροεκφυλιστική νόσο, έχουν εμφανίσει σε πειραματικές μελέτες αντικαρκινικές ιδιότητες.
Επιπρόσθετα, έρευνα σε πειραματόζωα έδειξε ότι η cystatin-C, ουσία που εκκρίνεται από περιφερικούς όγκους, φάνηκε να μειώνει την παθολογία του αμυλοειδούς και να βελτιώνει τη γνωστική λειτουργία.
Τα ευρήματα αυτά, ωστόσο, δεν σημαίνουν ότι ο καρκίνος προστατεύει από την Αλτσχάιμερ ή ότι οι αντικαρκινικές θεραπείες μπορούν σήμερα να χρησιμοποιηθούν για την πρόληψη της άνοιας. Ανοίγουν όμως ένα διαφορετικό ερευνητικό μονοπάτι. Οπως υποστηρίζει η Dr. Feng, η μελέτη των δύο ασθενειών από κοινού μπορεί να αποκαλύψει μηχανισμούς που μέχρι σήμερα παρέμεναν αθέατοι και, ενδεχομένως, νέους θεραπευτικούς στόχους.
Εν τω μεταξύ και όπως σημειώνει από την πλευρά της η δρ Παρασκευή Σακκά, στο πεδίο της νευροεκφυλιστικής νόσου έχουν γίνει ήδη σημαντικά βήματα. «Σήμερα έχουμε στη διάθεσή μας αξιόπιστους βιοδείκτες για την έγκαιρη και έγκυρη διάγνωση της νόσου καθώς και νέες τροποποιητικές θεραπείες, που πρόσφατα έφτασαν και στη χώρα μας. Συνολικά, μπορούμε να πούμε ότι η έρευνα για τα αίτια της Αλτσχάιμερ, αλλά και για την ανεύρεση αποτελεσματικών θεραπειών και, κυρίως, στρατηγικών πρόληψης, τα τελευταία χρόνια έχει προχωρήσει σημαντικά, με πολύ αισιόδοξα αποτελέσματα».
Διευκρινίζει βέβαια ότι πλήρης και συνολική θεραπεία δεν υπάρχει μέχρι στιγμής. «Προφανώς, αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι, εκτός από την αποδεδειγμένη παθογενετική θεωρία του καταρράκτη του αμυλοειδούς, η οποία αποτελεί την κεντρική θεωρία για τη νόσο Αλτσχάιμερ, υπάρχουν και πολλοί άλλοι παράγοντες που εμπλέκονται στην παθογένειά της. Γίνονται εντατικές έρευνες για την ανάπτυξη πιθανών θεραπειών που στοχεύουν και σε αυτούς τους παράγοντες. Γι’ αυτόν τον λόγο, παρουσιάζει ενδιαφέρον και η μελέτη της συσχέτισής της με τον καρκίνο».
Δεν είναι πάντως τυχαίο ότι η εύρεση ενός φαρμάκου που θα εμποδίζει την… αλλοίωση της μνήμης έχει πολλάκις χαρακτηριστεί ως το «άγιο δισκοπότηρο» της ιατρικής έρευνας. Μόνον στην Ελλάδα ζουν περίπου 250.000 ασθενείς με άνοια (με τη νόσο Αλτσχάιμερ να αποτελεί την αιτία στο 60%-70% των περιπτώσεων), ενώ παγκοσμίως οι πάσχοντες ξεπερνούν τα 58 εκατομμύρια.









