Γράφει η Κατερίνα Μανιά
Ψυχολόγος
MSc Κλινική – Κοινοτική Ψυχολογία
Όταν το παιδί λέει «δεν θέλω να πάω σχολείο»: Τι μπορεί πραγματικά να κρύβεται πίσω από αυτή τη φράση;
Μια άρνηση που δεν είναι πάντα «τεμπελιά», «καπρίτσιο» ή μια δύσκολη φάση
«Δεν θέλω να πάω σχολείο».
Μια φράση που αρκετοί γονείς έχουν ακούσει, άλλοτε περιστασιακά και άλλοτε με ολοένα μεγαλύτερη συχνότητα. Μπορεί να συνοδεύεται από κλάμα, θυμό και ένταση, αλλά και από πονοκέφαλο, πόνο στην κοιλιά, ναυτία ή μια έντονη επιθυμία του παιδιού να παραμείνει στο σπίτι.
Η αυθόρμητη αντίδραση του γονέα μπορεί να είναι πως «πρέπει να πάει σχολείο, δεν γίνεται να λείπει». Και πράγματι, η σχολική φοίτηση είναι σημαντική.
Όμως, πριν σταθούμε μόνο στην άρνηση, αξίζει να προσπαθήσουμε να ακούσουμε τι μπορεί να βρίσκεται πίσω από αυτήν.
Γιατί ένα «δεν θέλω» μπορεί στην πραγματικότητα να σημαίνει:
«Φοβάμαι».
«Δεν τα καταφέρνω».
«Δεν νιώθω ασφαλής».
«Δεν ξέρω πώς να το διαχειριστώ».
«Χρειάζομαι βοήθεια, αλλά δεν ξέρω πώς να τη ζητήσω».
Όταν η συμπεριφορά γίνεται μήνυμα
Η αποφυγή του σχολείου δεν έχει μία και μοναδική αιτία.
Για ένα παιδί μπορεί να συνδέεται με έντονο άγχος. Για ένα άλλο μπορεί να σχετίζεται με δυσκολίες στις σχέσεις με τους συνομηλίκους, φόβο αποτυχίας ή μαθησιακές και ακαδημαϊκές δυσκολίες. Σε άλλες περιπτώσεις μπορεί να υπάρχει εκφοβισμός, κοινωνικό άγχος, δυσκολία αποχωρισμού από τον γονέα ή γενικότερη συναισθηματική επιβάρυνση.
Το άγχος συνδέεται συχνά με τη σχολική αποφυγή. Παράλληλα, όταν εξετάζουμε μια τέτοια συμπεριφορά, είναι σημαντικό να βλέπουμε το παιδί συνολικά: το οικογενειακό περιβάλλον, τη σχολική καθημερινότητα, τις σχέσεις με τους συνομηλίκους και τις απαιτήσεις που καλείται να διαχειριστεί.
Γι’ αυτό ίσως η ερώτηση δεν χρειάζεται να είναι μόνο:
«Γιατί δεν θέλει να πάει σχολείο;»
Αλλά:
«Τι είναι αυτό που κάνει το σχολείο τόσο δύσκολο για το παιδί αυτή την περίοδο;»
Η διαφορά μοιάζει μικρή, αλλά μπορεί να αλλάξει ουσιαστικά τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζουμε το παιδί.
«Μα μέχρι τώρα πήγαινε κανονικά»
Μια ξαφνική αλλαγή στη σχολική συμπεριφορά αξίζει την προσοχή μας, ιδιαίτερα όταν επιμένει ή συνοδεύεται από άλλες αλλαγές.
Το παιδί μπορεί να αρχίσει να δυσκολεύεται να σηκωθεί το πρωί, να ζητά επανειλημμένα να παραμείνει στο σπίτι, να εμφανίζει σωματικές ενοχλήσεις πριν από το σχολείο, να απομονώνεται, να γίνεται περισσότερο ευερέθιστο ή να παρουσιάζει αλλαγές στη σχολική του επίδοση.
Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι κάθε απουσία ή κάθε «δεν θέλω να πάω σήμερα» αποτελεί ένδειξη ψυχολογικής δυσκολίας.
Τα παιδιά, όπως και οι ενήλικες, μπορεί να είναι κουρασμένα, πιεσμένα ή απλώς να έχουν μια δύσκολη ημέρα.
Εκείνο που χρειάζεται να μας προβληματίσει είναι κυρίως η διάρκεια, η ένταση, η συχνότητα και η συνολική εικόνα του παιδιού.
Όταν το παιδί δεν μπορεί να εξηγήσει τι του συμβαίνει
Ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα είναι ότι τα παιδιά δεν έχουν πάντα τη δυνατότητα να αναγνωρίσουν και να εκφράσουν με ακρίβεια αυτό που αισθάνονται.
Ένα παιδί δεν είναι απαραίτητο να μπορεί να πει:
«Αισθάνομαι κοινωνικό άγχος» ή «φοβάμαι ότι θα αποτύχω».
Μπορεί απλώς να πει:
«Πονάει η κοιλιά μου».
Ή:
«Δεν θέλω να πάω».
Ή ακόμη:
«Δεν μου αρέσει το σχολείο».
Τα σωματικά συμπτώματα μπορεί να αποτελούν μέρος της εικόνας της σχολικής αποφυγής και να εμφανίζονται ιδιαίτερα τις ημέρες ή τις ώρες που το παιδί καλείται να πάει σχολείο.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι «τα φαντάζεται» ή ότι «τα κάνει όλα στο μυαλό του». Το παιδί μπορεί πραγματικά να βιώνει το σύμπτωμα.
Γι’ αυτό είναι σημαντικό να αποκλειστούν αρχικά πιθανά οργανικά αίτια και, παράλληλα, να διερευνηθεί αν υπάρχει κάποια συναισθηματική ή σχολική δυσκολία.
Τι μπορεί να κάνει ο γονέας;
Το πρώτο βήμα δεν είναι πάντα να προσπαθήσουμε να πείσουμε το παιδί ότι «δεν υπάρχει κανένας λόγος να φοβάται».
Είναι να το ακούσουμε.
Αντί για:
«Έλα τώρα, δεν έχεις τίποτα».
μπορούμε να πούμε:
«Βλέπω ότι σήμερα σου είναι πολύ δύσκολο να πας. Θέλω να καταλάβω τι σε δυσκολεύει».
Αντί για:
«Όλα τα παιδιά πάνε σχολείο».
μπορούμε να ρωτήσουμε:
«Τι είναι αυτό που σε κάνει να νιώθεις έτσι όταν σκέφτεσαι το σχολείο;»
Η αποδοχή και η διερεύνηση της δυσκολίας δεν σημαίνουν ότι επιτρέπουμε στο παιδί να αποφεύγει επ’ αόριστον το σχολείο.
Σημαίνει ότι προσπαθούμε πρώτα να κατανοήσουμε τι βρίσκεται πίσω από την άρνηση, ώστε να μπορέσουμε στη συνέχεια να αντιμετωπίσουμε τη δυσκολία με τον κατάλληλο τρόπο.
Σε αρκετές περιπτώσεις, η αποτελεσματική αντιμετώπιση χρειάζεται συνεργασία ανάμεσα στην οικογένεια, το σχολείο και τους επαγγελματίες ψυχικής υγείας.
Πότε χρειάζεται να ζητήσουμε βοήθεια;
Δεν χρειάζεται να περιμένουμε μέχρι η δυσκολία να γίνει ιδιαίτερα έντονη.
Όταν η άρνηση του σχολείου επαναλαμβάνεται και επηρεάζει σημαντικά την καθημερινότητα του παιδιού, όταν συνοδεύεται από έντονο άγχος ή συχνά σωματικά συμπτώματα ή όταν παρατηρούνται σημαντικές αλλαγές στη διάθεση, στη συμπεριφορά, στις σχέσεις ή στη σχολική λειτουργικότητά του, είναι σημαντικό να αναζητηθεί υποστήριξη.
Η αναζήτηση βοήθειας δεν σημαίνει ότι προσπαθούμε να «βάλουμε μια ταμπέλα» στο παιδί.
Στόχος είναι να κατανοήσουμε τι χρειάζεται και πώς μπορούμε να το βοηθήσουμε.
Γιατί το ίδιο «δεν θέλω να πάω σχολείο» μπορεί να σημαίνει κάτι εντελώς διαφορετικό από παιδί σε παιδί.
Πίσω από τη συμπεριφορά υπάρχει μια ανάγκη
Ίσως αυτό είναι και το σημαντικότερο που χρειάζεται να θυμόμαστε.
Πίσω από κάθε συμπεριφορά υπάρχει μια ανάγκη που αξίζει να προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε.
Το παιδί δεν χρειάζεται πάντα έναν ενήλικα που θα του εξηγήσει γιατί «δεν υπάρχει λόγος να φοβάται».
Χρειάζεται έναν ενήλικα που θα το βοηθήσει να αναγνωρίσει τι ακριβώς φοβάται, τι το δυσκολεύει και πώς μπορεί να το διαχειριστεί.
Και πολλές φορές, το πρώτο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση είναι απλό:
Να ακούσουμε το «δεν θέλω» λίγο πιο προσεκτικά.









