Η απόφαση του ΣτΕ αποκαλύπτει τον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση προσπάθησε να επιβάλει τα ιδιωτικά «πανεπιστήμια» των funds
Εξαρχής, ήταν φανερό ότι η επιλογή της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας και του Κυριάκου Μητσοτάκη να νομιμοποιήσει τα ιδιωτικά και κερδοσκοπικά «πανεπιστήμια» δεν είχε να κάνει ούτε με την εναρμόνιση με το ευρωπαϊκό δίκαιο, ούτε με την ίδρυση μη κρατικών και μη κερδοσκοπικών πανεπιστημίων υψηλού επιπέδου με σκοπό τη διεύρυνση και την αναβάθμιση της ανώτατης εκπαίδευσης ως ενός δημόσιου αγαθού.
Ο σχεδιασμός ήταν εξαρχής να εξυπηρετηθούν συγκεκριμένα συμφέροντα και funds που θέλουν να κερδοσκοπήσουν πάνω στην κοινωνική ανάγκη για ανώτατη εκπαίδευση, ιδίως σε αντικείμενα υψηλής ζήτησης. Να κερδοσκοπήσουν προσφέροντας χαμηλής ποιότητας σπουδές, χωρίς καμία πραγματική εγγύηση ακαδημαϊκότητας, και με υπονόμευση της δημόσιας ανώτατης εκπαίδευσης, αλλά με «βούλα» ότι τα πτυχία τους θεωρούνται «αναγνωρισμένα».
Δεν είναι τυχαίο ότι ο σχεδιασμός αυτός, στον οποίο πρωτοστάτησε ο τότε υπουργός Παιδείας και σημερινός υπουργός Οικονομικών (και επίσημα χρισμένος «δελφίνος» του Κυριάκου Μητσοτάκη, δεν περίμενε καν να έρθει η ώρα της Συνταγματικής Αναθεώρησης, άρα και μιας σοβαρής συζήτησης για το πώς και κυρίως με ποιες εγγυήσεις θα μπορούσε να γίνει μια τέτοια σημαντική μεταρρύθμιση.
Αντιθέτως, ενώ μέχρι τότε θεωρείτο αυτονόητο ότι χρειάζεται πρώτα η αναθεώρηση του Συντάγματος και μετά η ψήφιση της σχετικής νομοθεσίας, η κυβέρνηση προχώρησε σε μια ιδιαίτερα βιαστική και πρόχειρη σύνταξη ενός νόμου, επί της ουσίας υπαγορευμένου από διάφορα funds που είχαν έτοιμες τις σχετικές επενδύσεις, ενός νόμου νόμος που εκμεταλλευόταν τις προβλέψεις του ευρωπαϊκού δικαίου για τη δυνατότητα εγκατάστασης επιχειρήσεων και ο οποίος επί της ουσίας ζητούσε από αυτά τα «μαγαζιά» απλώς να έχουν αρκετό προσωπικό με διδακτορικό και κάποιες εγκαταστάσεις. Ένας νόμος που ψηφίστηκε όσο πιο βιαστικά γινόταν γιατί έπρεπε τα «ιδρύματα» να μπορούν να υποδεχτούν την πελατεία τους στην έναρξη του ακαδημαϊκού έτους 2025-2026.
Ο νόμος κρίθηκε συνταγματικός από το ΣτΕ, κυρίως γιατί έχει διαμορφωθεί πια ένα ολόκληρο πλαίσιο που δίνει προτεραιότητα στο ευρωπαϊκό δίκαιο και κεκτημένο. Υπήρξαν πάντως και αρκετές φωνές έγκριτων νομικών που υπογράμμισαν ότι υπάρχουν ζητήματα και συνταγματικότητας.
Ωστόσο, ακόμη και έτσι τα ιδιωτικά και κερδοσκοπικά αυτά «ιδρύματα» δεν τέθηκαν υπό κανένα πραγματικό έλεγχο, ούτε υπήρξε κάποια αυστηρότητα ως προς το εάν τηρούνταν επακριβώς ακόμη και οι όροι που περιλάμβανε ο νόμος Πιερρακάκη. Συνέβαλε σε αυτό και η στάση της αρμόδιας Εθνικής Αρχής Ανώτατης Εκπαίδευσης που την ίδια ώρα που υποβάλλει σε ιδιαίτερα αυστηρές διαδικασίες τα δημόσια πανεπιστήμια για να πιστοποιήσει τα προπτυχιακά και μεταπτυχιακά προγράμματα σπουδών, έκανε ό,τι μπορούσε ώστε να πάρουν τις σχετικές άδειες τα ιδιωτικά «ιδρύματα». Το ίδιο ισχύει για όλους τους εμπλεκόμενους φορείς.
Μόνο που στην πράξη όλη αυτή η σπουδή σήμαινε κάλυψη παρατυπιών. Αυτές ακριβώς τις παρατυπίες που εντοπίζει η συγκεκριμένη απόφαση του ΣτΕ και η οποία ακύρωσε μια σειρά από άδειες.
Το ίδιο το σκεπτικό του ΣτΕ έχει πολύ ενδιαφέρον γιατί δείχνει όλο το φάσμα της ιδιότυπης θεσμικής παραβατικότητας που χαρακτηρίζει αυτήν την κυβέρνηση όταν πρόκειται να εξυπηρετήσει συγκεκριμένα συμφέροντα.
Σε μία περίπτωση ο υπεύθυνος φορέας για τον έλεγχο κτιριακών εγκαταστάσεων, ο Εθνικός Οργανισμός Πιστοποίησης Προσόντων και Επαγγελματικού Προσανατολισμού (ΕΟΠΠΕΠ), που είναι αρμόδιος για να διαπιστώσει ότι ένα «παράρτημα» έχει κατάλληλες κτιριακές υποδομές «παρέλειψε να διαπιστώσει αμελλητί και, πάντως, μέχρι τη συζήτηση των υποθέσεων στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, τη συμμόρφωση του παραρτήματος ΝΠΠΕ στις παρατηρήσεις που είχε διατυπώσει ο ΕΟΠΠΕΠ, κατόπιν επιτόπιου ελέγχου, και αφορούσαν τη διενέργεια κτιριολογικών προσαρμογών και την προσκόμιση συγκεκριμένων στοιχείων». Δηλαδή, ο ΕΟΠΠΕ έκανε παρατηρήσεις –εντόπισε προβλήματα και ζήτησε προσαρμογές – αλλά μετά δεν πήγε να ελέγξει εγκαίρως εάν αυτές έγιναν.
Σε μια άλλη περίπτωση, ακυρώθηκε άδεια εγκατάστασης ενός «παραρτήματος», «διότι στηρίχθηκε σε σύμφωνη γνώμη της Εθνικής Αρχής Ανώτατης Εκπαίδευσης (ΕΘΑΑΕ), η οποία διαμορφώθηκε κατόπιν έκθεσης της Ειδικής Επιτροπής Αξιολόγησης (ΕΕΑ), μέλος της οποίας είχε σχέση με τον ενδιαφερόμενο εκπαιδευτικό φορέα και, συνεπώς, μπορούσε να προκληθεί υπόνοια μεροληψίας, σύμφωνα με το άρθρο 7 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας». Θυμίζω ότι αυτό το θέμα είχε συζητηθεί δημόσια, γιατί η ΕΘΑΑΕ είχε διορίσει μέλος της επιτροπής αξιολόγησης ενός ιδιωτικού «παραρτήματος», μια καθηγήτρια που είχε σχέση με το ελληνικό ιδιωτικό εκπαιδευτήριο που συμμετείχε στην ίδρυση του συγκεκριμένου ιδρύματος.
Τέλος, το ΣτΕ επισημαίνει ότι η πιστοποίηση των προγραμμάτων σπουδών έγινε με βάση μια απόφαση της ΕΘΑΕΕ που δεν έθετε συγκεκριμένα κριτήρια. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά, «τα στοιχεία, που περιέχονται στο Παράρτημα της 48136/17.12.2024 απόφασης της ΕΘΑΑΕ, με βάση τα οποία έλαβε χώρα η πιστοποίηση των προγραμμάτων σπουδών, δεν συνιστούν συγκεκριμένα ποσοτικά και ποιοτικά κριτήρια, προς τα οποία οφείλουν να συμμορφώνονται τα προγράμματα σπουδών των ΝΠΠΕ, όπως ορίζουν οι εξουσιοδοτικές διατάξεις του ν. 5094/2024». Σε απλά ελληνικά η ΕΘΑΕΕ δεν φρόντισε να θέσει συγκεκριμένα και αυστηρά κριτήρια που να διασφαλίζουν όντως την ποιότητα των παρεχόμενων σπουδών, κοινώς τα «διευκόλυνε».
Όλα αυτά απλώς αποδεικνύουν ότι η κυβέρνηση ούτε για την ποιότητα των σπουδών ενδιαφέρεται, ούτε για τη συνολική αναβάθμιση της ανώτατης εκπαίδευσης, ούτε για την συνολική επέκταση του ακαδημαϊκού χάρτη της χώρας. Το μόνο που την ενδιαφέρει είναι να φτιαχτούν «σουπερμάρκετ πτυχίων» και να είναι «αποδοτικές» οι σχετικές «επενδύσεις». Κάτι που καθιστά επιτακτική την ανάγκη να αλλάξουν τα πράγματα εκτός των άλλων και για να μπει τάξη στο χάος που δημιούργησε στα Πανεπιστήμια η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας.









