Ξενοδοχεία και μεγάλες αλυσίδες φαίνεται να βρίσκονται συνεχώς στο επίκεντρο των κυβερνητικών επιλογών. Η εστίαση, όμως, πού βρίσκεται; Ένας από τους μεγαλύτερους εργοδότες και βασικούς πυλώνες του ελληνικού τουρισμού αισθάνεται όλο και περισσότερο σαν… παιδί ενός κατώτερου Θεού.
Η Ελλάδα πανηγυρίζει κάθε χρόνο για τα νέα ρεκόρ στον τουρισμό. Εκατομμύρια επισκέπτες, αυξημένες αφίξεις, γεμάτα αεροδρόμια και ξενοδοχεία.
Υπάρχει όμως μια απλή ερώτηση:
Ο τουρίστας έρχεται στην Ελλάδα μόνο για να κοιμηθεί σε ένα ξενοδοχείο;
Δεν θα φάει; Δεν θα πιει έναν καφέ; Δεν θα καθίσει σε μια ταβέρνα; Δεν θα επισκεφθεί ένα μπαρ; Δεν θα γνωρίσει την ελληνική κουζίνα, τη φιλοξενία και τη διασκέδαση;
Η εστίαση αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι του ελληνικού τουριστικού προϊόντος και ταυτόχρονα έναν τεράστιο οικονομικό κλάδο που απασχολεί χιλιάδες εργαζόμενους και στηρίζει αμέτρητες οικογένειες.
Κι όμως, η αίσθηση που έχει δημιουργηθεί στην αγορά είναι ότι για την κυβέρνηση Μητσοτάκη η εστίαση βρίσκεται μονίμως στο τέλος της ουράς.
Δύο μέτρα και δύο σταθμά;
Οι επαγγελματίες της εστίασης καλούνται καθημερινά να αντιμετωπίσουν ένα βουνό υποχρεώσεων: φορολογία, ασφαλιστικές εισφορές, ενεργειακό κόστος, πρώτες ύλες, ενοίκια, ελέγχους, άδειες και ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο κανονιστικό πλαίσιο.
Και την ίδια ώρα βλέπουν άλλους μεγάλους επιχειρηματικούς κλάδους να αντιμετωπίζονται, κατά την άποψή τους, με πολύ μεγαλύτερη κατανόηση.
Γιατί;
Γιατί ένα εστιατόριο, ένα καφέ ή ένα μπαρ πρέπει να αισθάνεται συνεχώς ότι βρίσκεται με το ένα πόδι στη σφράγιση;
Γιατί οι κυρώσεις για ζητήματα όπως η μουσική και η ηχορύπανση μπορούν να έχουν τόσο σοβαρές συνέπειες για μια μικρή επιχείρηση;
Και κυρίως: ισχύουν στην πράξη οι ίδιοι κανόνες με την ίδια αυστηρότητα όταν απέναντι βρίσκεται μια μεγάλη ξενοδοχειακή μονάδα;
Αυτό είναι ένα ερώτημα που η κυβέρνηση οφείλει να απαντήσει ξεκάθαρα.
Στο ξενοδοχείο «τουριστικό προϊόν», στην εστίαση… παράβαση;
Εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη αντίφαση.
Ένα ξενοδοχείο μπορεί να διαθέτει εστιατόριο, μπαρ, πισίνα, μουσική, εκδηλώσεις και χώρους ψυχαγωγίας.
Δηλαδή μπορεί ουσιαστικά να προσφέρει υπηρεσίες που βρίσκονται στον πυρήνα της εστίασης και της διασκέδασης.
Όταν όμως τις ίδιες υπηρεσίες προσφέρει μια ανεξάρτητη επιχείρηση εστίασης, ο επιχειρηματίας αισθάνεται ότι βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα πολύ αυστηρότερο κράτος.
Αν πράγματι υπάρχουν διαφορετικές ρυθμίσεις ή διαφορετική πρακτική εφαρμογή των κανόνων για ξενοδοχειακές επιχειρήσεις και καταστήματα εστίασης, τότε η κυβέρνηση οφείλει να εξηγήσει γιατί η ίδια δραστηριότητα πρέπει να αντιμετωπίζεται διαφορετικά ανάλογα με την ταμπέλα που βρίσκεται στην είσοδο.
Και οι μικρομεσαίοι ποιον έχουν;
Το ίδιο ερώτημα υπάρχει και στο λιανεμπόριο.
Οι μεγάλες αλυσίδες σούπερ μάρκετ διαθέτουν μέγεθος, κεφάλαια, οργανωμένες διοικητικές δομές και πολύ μεγαλύτερες αντοχές.
Ο μικρός επιχειρηματίας της εστίασης έχει απέναντί του τα πάντα: αυξημένα λειτουργικά έξοδα, κόστος προσωπικού, ακριβές πρώτες ύλες και μια αγορά στην οποία ο καταναλωτής επίσης πιέζεται οικονομικά.
Δεν ζητάει χάρη.
Ζητάει να μπορεί να επιβιώσει.
Και ζητάει από την κυβέρνηση να τον αντιμετωπίζει ως παραγωγικό κομμάτι της οικονομίας και όχι ως μόνιμο ύποπτο που υπάρχει απλώς για να πληρώνει φόρους, πρόστιμα και εισφορές.
Χωρίς εστίαση δεν υπάρχει ελληνικός τουρισμός
Ας σταματήσει επιτέλους η πολιτική συζήτηση να αντιμετωπίζει τον τουρισμό περίπου ως συνώνυμο της ξενοδοχειακής βιομηχανίας.
Τουρισμός είναι το ξενοδοχείο.
Αλλά τουρισμός είναι και η ταβέρνα.
Είναι το εστιατόριο.
Είναι το καφέ.
Είναι το μπαρ.
Είναι ο μάγειρας, ο σερβιτόρος, ο μπάρμαν, ο λαντζέρης, ο προμηθευτής και ο μικρός επιχειρηματίας που ανοίγει το κατάστημά του κάθε πρωί χωρίς να γνωρίζει τι καινούργιο κόστος θα εμφανιστεί αύριο.
Η γαστρονομία και η διασκέδαση αποτελούν κομμάτι της εμπειρίας για την οποία εκατομμύρια άνθρωποι επιλέγουν την Ελλάδα.
Δεν γίνεται λοιπόν η κυβέρνηση να θυμάται την εστίαση όταν έρχεται η ώρα των φόρων, των εισφορών και των ελέγχων και να την ξεχνά όταν έρχεται η ώρα της πραγματικής στήριξης.
Κύριε Μητσοτάκη, η εστίαση υπάρχει
Υπάρχει και αγωνιά.
Υπάρχει και πληρώνει.
Υπάρχει και απασχολεί χιλιάδες ανθρώπους.
Υπάρχει και αποτελεί τη βιτρίνα της Ελλάδας απέναντι σε εκατομμύρια επισκέπτες.
Η κυβέρνηση οφείλει να παρουσιάσει μια σοβαρή και ξεκάθαρη πολιτική για την εστίαση: ίσους κανόνες ανταγωνισμού, αναλογικές κυρώσεις, μείωση της γραφειοκρατίας, ουσιαστική στήριξη της εργασίας και ένα φορολογικό περιβάλλον μέσα στο οποίο μια υγιής επιχείρηση μπορεί πραγματικά να αναπνεύσει.
Γιατί διαφορετικά το μήνυμα που φτάνει στην αγορά είναι εξαιρετικά άσχημο:
Για τους μεγάλους υπάρχει χώρος. Για τα ξενοδοχεία υπάρχει ενδιαφέρον. Για τις ισχυρές αλυσίδες υπάρχουν αντοχές.
Για την εστίαση τι υπάρχει;
Μήπως τελικά, για την κυβέρνηση Μητσοτάκη, υπάρχει μόνο όταν έρχεται η ώρα να πληρώσει τον λογαριασμό;










