All inclusive και… όλα πληρωμένα: Η κυβέρνηση μετρά τουρίστες, αλλά ποιος μετρά τι μένει πίσω

0

All inclusive: Ο τουρισμός που τα έχει όλα μέσα – αλλά τι μένει έξω;

Ρόδος, Κρήτη και Κως επενδύουν στα μεγάλα resorts – Ο επισκέπτης πληρώνει πριν φτάσει, η τοπική αγορά όμως πόσα τελικά εισπράττει;

Υπάρχει ένας τουρισμός στον οποίο ο επισκέπτης έχει πληρώσει σχεδόν τα πάντα πριν ακόμη πατήσει το πόδι του στο νησί.

Το δωμάτιο, το πρωινό, το μεσημεριανό, το βραδινό, τα ποτά, τα σνακ, η πισίνα, η ψυχαγωγία, οι δραστηριότητες. Σε αρκετές περιπτώσεις ακόμη και τα θεματικά εστιατόρια και σειρά πρόσθετων παροχών.

Ο επισκέπτης φτάνει, φορά το βραχιολάκι του και ουσιαστικά έχει μπροστά του έναν μικρό, αυτάρκη κόσμο διακοπών.

Αυτό είναι το all inclusive.

Και σε προορισμούς όπως η Ρόδος, η Κως και μεγάλα τμήματα της Κρήτης, το μοντέλο αυτό έχει πλέον εξελιχθεί σε βασικό πυλώνα της οργανωμένης τουριστικής ανάπτυξης, ιδιαίτερα στις περιοχές όπου κυριαρχούν μεγάλα resorts.

Δεν πρόκειται απλώς για έναν διαφορετικό τρόπο τιμολόγησης ενός ξενοδοχείου. Πρόκειται για ένα μοντέλο που αλλάζει και τη σχέση του επισκέπτη με τον ίδιο τον προορισμό.

Ο τουρίστας έχει πληρώσει πριν φτάσει

Η λογική του all inclusive είναι εξαιρετικά απλή και ιδιαίτερα ελκυστική.

Ο τουρίστας γνωρίζει εκ των προτέρων πόσο θα πληρώσει. Δεν χρειάζεται να αναζητήσει εστιατόριο κάθε βράδυ, να υπολογίσει το κόστος των ποτών, να πληρώσει ξεχωριστά για κάθε γεύμα ή να οργανώσει καθημερινά τις δραστηριότητές του.

Το ξενοδοχείο γίνεται ο προορισμός μέσα στον προορισμό.

Στη Ρόδο, για παράδειγμα, μεγάλα ξενοδοχειακά συγκροτήματα προσφέρουν σήμερα πακέτα που περιλαμβάνουν πλήρη διατροφή, ποτά, σνακ, μπαρ, πισίνες, αθλητικές δραστηριότητες, ψυχαγωγία και άλλες παροχές.

Το ίδιο μοντέλο συναντάται ευρέως στην Κρήτη και την Κω, όπου η ανάπτυξη μεγάλων ξενοδοχειακών μονάδων και resorts έχει δημιουργήσει τουριστικές «νησίδες» με σχεδόν όλες τις υπηρεσίες συγκεντρωμένες μέσα στην ίδια εγκατάσταση.

Και κάπου εδώ βρίσκεται το μεγάλο ερώτημα:

Όταν ο επισκέπτης έχει ήδη πληρώσει για όλα, πόσο πραγματικά χρειάζεται να βγει έξω;

Η κατανάλωση έξω από το ξενοδοχείο

Τα στοιχεία για το συγκεκριμένο ζήτημα είναι εντυπωσιακά λίγα.

Δεν υπάρχει ένα σύγχρονο, ενιαίο και συστηματικό στατιστικό σύστημα που να δείχνει πόσα χρήματα αφήνει ο all inclusive επισκέπτης σε κάθε προορισμό και πόσα παραμένουν εντός της ξενοδοχειακής μονάδας.

Μία από τις πιο γνωστές μετρήσεις προέρχεται από έρευνα του ΙΝΕΜΥ-ΕΣΕΕ σε δείγμα 1.300 τουριστών στην Κρήτη. Η έρευνα κατέγραψε σημαντικές διαφοροποιήσεις στη δαπάνη ανάλογα με τον τύπο καταλύματος, με τους πελάτες all inclusive να δαπανούν λιγότερα στην εστίαση εκτός ξενοδοχείου, καθώς το μεγαλύτερο μέρος της διατροφής τους περιλαμβάνεται ήδη στο πακέτο.

Το στοιχείο αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για τις τοπικές επιχειρήσεις.

Γιατί άλλο είναι ένας τουρίστας που μένει σε ένα ξενοδοχείο με πρωινό και κάθε βράδυ επιλέγει ένα διαφορετικό εστιατόριο, πίνει ένα ποτό στην πόλη, αγοράζει προϊόντα από ένα τοπικό κατάστημα και κάνει τις μετακινήσεις του στην περιοχή.

Και άλλο ένας τουρίστας που έχει πληρώσει εκ των προτέρων για να φάει, να πιει και να διασκεδάσει μέσα στο ξενοδοχείο.

Τα 250 εκατομμύρια ευρώ

Εδώ υπάρχει ένα ακόμη στοιχείο που αξίζει να επανέλθει στη συζήτηση.

Μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ είχε υπολογίσει ότι περίπου 250 εκατ. ευρώ ετησίως αντιστοιχούσαν σε δαπάνη για φαγητό και ποτό που, στο πλαίσιο του all inclusive, πραγματοποιείται μέσα στα ξενοδοχεία αντί να κατευθυνθεί σε εστιατόρια και μπαρ των προορισμών.

Πρόκειται για παλαιότερη εκτίμηση και δεν μπορεί να μεταφερθεί αυτούσια στο 2026.

Όμως το ερώτημα που θέτει παραμένει απολύτως επίκαιρο:

Πόσα χρήματα από την τουριστική δαπάνη δεν φτάνουν ποτέ στην τοπική αγορά επειδή ο επισκέπτης έχει ήδη αγοράσει το μεγαλύτερο μέρος των υπηρεσιών του από το ξενοδοχείο;

Και ακόμη περισσότερο:

Πόσα από αυτά τα χρήματα θα μπορούσαν να δημιουργήσουν δεύτερο και τρίτο κύκλο οικονομικής δραστηριότητας μέσα στην τοπική κοινωνία;

Δεν είναι μόνο η κατανάλωση. Είναι και το κόστος

Το ζήτημα όμως δεν σταματά στα χρήματα που ξοδεύει ο επισκέπτης.

Οι υποδομές που χρειάζεται ο μαζικός τουρισμός παραμένουν σε μεγάλο βαθμό δημόσια υπόθεση.

Δρόμοι, δίκτυα ηλεκτρισμού, ύδρευση, αποχέτευση, αποκομιδή απορριμμάτων, δημόσιοι χώροι, λιμενικές και αεροπορικές υποδομές, υπηρεσίες πολιτικής προστασίας.

Ο τουρισμός μπορεί να είναι ιδιωτική οικονομική δραστηριότητα, όμως ένα σημαντικό μέρος του κόστους που δημιουργεί η μεγάλη συγκέντρωση επισκεπτών το διαχειρίζεται η Πολιτεία και κυρίως η Τοπική Αυτοδιοίκηση.

Το Παρατηρητήριο Βιώσιμου Τουρισμού Αιγαίου του Πανεπιστημίου Αιγαίου έχει ακριβώς αυτή την αποστολή: να καταγράφει τις επιπτώσεις της τουριστικής δραστηριότητας και να παρέχει δεδομένα για τη λήψη αποφάσεων.

Σε στοιχεία που έχουν χρησιμοποιηθεί για την αποτύπωση των περιβαλλοντικών πιέσεων του τουρισμού, η παραγωγή στερεών αποβλήτων εκτιμάται περίπου σε 1,8 έως 2 κιλά ανά τουριστική διανυκτέρευση.

Το ερώτημα είναι ποιος πληρώνει τελικά για αυτή την επιβάρυνση.

Ο ξενοδόχος;

Ο επισκέπτης;

Ή ο Δήμος, μέσω των υπηρεσιών που χρηματοδοτούνται από τους δημότες;

Και η ενέργεια;

Η ίδια εικόνα υπάρχει και στην ενέργεια.

Η εποχικότητα του τουρισμού προκαλεί τεράστιες αυξομειώσεις στη ζήτηση. Η Ρόδος αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα ενός προορισμού όπου η θερινή περίοδος μεταβάλλει δραστικά τις ενεργειακές ανάγκες του νησιού. Το Παρατηρητήριο Βιώσιμου Τουρισμού Αιγαίου έχει καταγράψει εδώ και χρόνια τη σχέση του τουρισμού με την κατανάλωση ενέργειας και τις λοιπές πιέσεις στις υποδομές των νησιών.

Και εδώ τίθεται το ίδιο ερώτημα:

Όταν ένα νησί πρέπει να διαθέτει υποδομές για να εξυπηρετεί πολλαπλάσιο πληθυσμό τους θερινούς μήνες, ποιο είναι το πραγματικό κόστος αυτής της ανάπτυξης και ποιος το αναλαμβάνει;

Πίσω από τα resorts αλλάζει και το ιδιοκτησιακό μοντέλο

Την ίδια ώρα, αλλάζει και το ποιος βρίσκεται πίσω από τις μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες.

Τα τελευταία χρόνια έχουν ενισχυθεί οι επενδύσεις από μεγάλους ξενοδοχειακούς ομίλους και επενδυτικά κεφάλαια.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η HIG Capital, η οποία έχει αποκτήσει ξενοδοχειακές μονάδες στη Ρόδο και στην Κρήτη και έχει προχωρήσει στην απόκτηση του ομίλου Kipriotis στην Κω, με συνολικά πέντε ξενοδοχεία και περίπου 1.522 δωμάτια και 4.500 κλίνες.

Παράλληλα, η Premia Properties έχει επενδύσει σε ξενοδοχεία σε Κρήτη, Ρόδο και Κω, ενώ η εταιρεία έχει δηλώσει ότι οι συγκεκριμένες περιοχές βρίσκονται στο επίκεντρο της επενδυτικής της στρατηγικής.

Η είσοδος διεθνών funds και μεγάλων ομίλων δεν είναι από μόνη της ούτε καλή ούτε κακή.

Σημαίνει κεφάλαια, ανακαινίσεις, επενδύσεις, θέσεις εργασίας και αναβάθμιση του προϊόντος.

Αλλά δημιουργεί ένα ακόμη ερώτημα:

Όταν η ιδιοκτησία και η διαχείριση μεγάλων τουριστικών μονάδων συγκεντρώνεται σε ομίλους με διεθνή παρουσία, πόσο μεγάλο μέρος της υπεραξίας που παράγεται στον προορισμό παραμένει τελικά στην τοπική οικονομία;

Το μεγάλο κενό των στοιχείων

Και εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη αδυναμία του ελληνικού τουριστικού μοντέλου.

Ξέρουμε πόσοι τουρίστες έρχονται.

Ξέρουμε πόσες διανυκτερεύσεις πραγματοποιούν.

Ξέρουμε πόσα είναι τα τουριστικά έσοδα.

Δεν ξέρουμε όμως με την ίδια ακρίβεια πού ακριβώς καταλήγει κάθε ευρώ.

Πόσα μένουν στο ξενοδοχείο;

Πόσα πηγαίνουν στους εργαζομένους;

Πόσα κατευθύνονται σε τοπικούς προμηθευτές;

Πόσα σε επιχειρήσεις της περιοχής;

Πόσα καταλήγουν σε ομίλους με έδρα εκτός του προορισμού;

Και πόσα τελικά επανεπενδύονται στην ίδια την τοπική κοινωνία;

Η απουσία συστηματικών και επικαιροποιημένων στοιχείων κάνει τη συζήτηση ακόμη πιο δύσκολη.

Η κυβέρνηση δεν μπορεί να λέει ότι δεν γνωρίζει

Και κάπου εδώ η συζήτηση περνά από την αγορά στην πολιτική.

Δεν είναι λογικό να γνωρίζουμε με μεγάλη ακρίβεια τις αφίξεις, τις διανυκτερεύσεις και τα έσοδα του τουρισμού, αλλά να έχουμε πολύ πιο περιορισμένη εικόνα για το οικονομικό αποτύπωμα που αφήνει ο τουρισμός μέσα στις ίδιες τις τοπικές κοινωνίες.

Η κυβέρνηση γνωρίζει ότι η Ελλάδα έχει στραφεί όλο και περισσότερο σε μεγάλης κλίμακας ξενοδοχειακές επενδύσεις.

Γνωρίζει ότι διεθνή funds και μεγάλοι όμιλοι αγοράζουν και αναπτύσσουν ξενοδοχειακά χαρτοφυλάκια.

Γνωρίζει ότι οι υποδομές των δημοφιλών νησιωτικών προορισμών πιέζονται.

Γνωρίζει ότι η τουριστική περίοδος συγκεντρώνει τεράστιο πληθυσμό σε λίγους μήνες.

Και γνωρίζει ασφαλώς ότι το all inclusive αποτελεί βασικό κομμάτι του οργανωμένου τουρισμού.

Το ζήτημα λοιπόν δεν είναι αν η κυβέρνηση «βλέπει» τι συμβαίνει.

Το ζήτημα είναι τι επιλέγει να μετρά, τι επιλέγει να ρυθμίζει και τι επιλέγει να αφήνει στην αγορά.

Η ανάπτυξη αρκεί να μετριέται σε αφίξεις;

Για χρόνια η επιτυχία του ελληνικού τουρισμού μετριέται κυρίως με ρεκόρ.

Ρεκόρ αφίξεων.

Ρεκόρ εσόδων.

Ρεκόρ διανυκτερεύσεων.

Όμως ένας προορισμός μπορεί να έχει περισσότερους επισκέπτες και μεγαλύτερα ξενοδοχεία και ταυτόχρονα να αντιμετωπίζει μεγαλύτερη πίεση στο νερό, στην ενέργεια, στα απορρίμματα, στις μεταφορές και στις δημόσιες υποδομές.

Μπορεί επίσης οι μικρές επιχειρήσεις της τοπικής αγοράς να μη συμμετέχουν στον ίδιο βαθμό στην αύξηση της τουριστικής δαπάνης.

Αυτό δεν σημαίνει ότι το all inclusive πρέπει να απαγορευθεί.

Σημαίνει ότι πρέπει να απαντηθεί το πολύ πιο ουσιαστικό ερώτημα:

Τι είδους τουριστική ανάπτυξη θέλουμε;

Έναν τουρισμό στον οποίο ο επισκέπτης καταναλώνει κυρίως μέσα σε ένα ξενοδοχειακό συγκρότημα;

Ή έναν τουρισμό στον οποίο το ξενοδοχείο λειτουργεί ως πύλη προς τον προορισμό και όχι ως υποκατάστατό του;

Οι ερωτήσεις που κάποια στιγμή πρέπει να απαντηθούν

Και ίσως αυτές είναι οι ερωτήσεις που θα έπρεπε να βρίσκονται στο κέντρο της κυβερνητικής πολιτικής για τον τουρισμό:

1. Πόσα ευρώ από κάθε 100 ευρώ που δαπανά ένας all inclusive επισκέπτης παραμένουν πραγματικά στην τοπική οικονομία;

2. Πόσα από αυτά καταλήγουν σε τοπικές επιχειρήσεις και πόσα σε μεγάλους ομίλους και επενδυτικά σχήματα;

3. Πόσο κοστίζει στους Δήμους η εξυπηρέτηση των εκατομμυρίων επισκεπτών που συγκεντρώνονται σε λίγους μήνες;

4. Υπάρχει σήμερα αξιόπιστος μηχανισμός που να μετρά το πραγματικό καθαρό οικονομικό αποτύπωμα του τουρισμού ανά νησί;

5. Γιατί γνωρίζουμε με ακρίβεια τις αφίξεις, αλλά όχι με την ίδια ακρίβεια τη διαδρομή της τουριστικής δαπάνης;

6. Ποιο είναι το σχέδιο της Πολιτείας ώστε η αύξηση των ξενοδοχειακών επενδύσεων να συνοδεύεται από αντίστοιχη αύξηση των δημόσιων υποδομών;

7. Ποιος πληρώνει όταν ένα νησί χρειάζεται περισσότερη ενέργεια, περισσότερο νερό, περισσότερη αποκομιδή απορριμμάτων και περισσότερες υποδομές λόγω του τουρισμού;

8. Μπορεί να θεωρείται βιώσιμη μια τουριστική ανάπτυξη όταν τα ιδιωτικά έσοδα αυξάνονται ταχύτερα από την ικανότητα των δημόσιων υποδομών να εξυπηρετήσουν τη ζήτηση;

9. Θέλει η Ελλάδα περισσότερους τουρίστες ή περισσότερη αξία ανά τουρίστα;

10. Και τελικά, όταν ο επισκέπτης έχει πληρώσει τα πάντα πριν φτάσει, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο πόσα χρήματα έφερε στη χώρα, αλλά πόσα από αυτά έμειναν στη Ρόδο, στην Κρήτη και στην Κω;

Αυτό είναι το ερώτημα που θα έπρεπε να βρίσκεται πίσω από κάθε νέο «ρεκόρ» του ελληνικού τουρισμού.

Γιατί η επιτυχία ενός προορισμού δεν κρίνεται μόνο από το πόσους ανθρώπους μπορεί να φιλοξενήσει.

Κρίνεται και από το πόση πραγματική αξία μένει πίσω όταν αυτοί φύγουν.