Η ευρωπαϊκή εξάρτηση από αμερικανικές υπηρεσίες cloud εξελίσσεται σε κρίσιμο ζήτημα ασφαλείας, με φόβους ακόμη και για πιθανή χρήση «ψηφιακού διακόπτη» σε περίοδο έντασης
Η εξάρτηση της Ευρώπης από τα αμερικανικά υπολογιστικά νέφη έχει μετατραπεί σε ένα από τα πιο υποτιμημένα αλλά κρίσιμα ζητήματα γεωπολιτικής ασφάλειας. Πίσω από την ευκολία, την ταχύτητα και το χαμηλότερο κόστος των υπηρεσιών cloud των αμερικανικών τεχνολογικών κολοσσών κρύβεται μια δομική εξάρτηση που αγγίζει πλέον την καρδιά της κρατικής λειτουργίας: άμυνα, πληροφοριακά συστήματα, κρίσιμες υποδομές και δημόσια διοίκηση.
Η εικόνα που διαμορφώνεται θυμίζει περισσότερο «ψηφιακή επικυριαρχία» παρά απλή τεχνολογική συνεργασία, μια κατάσταση όπου ένας γεωπολιτικός ανταγωνιστής θα μπορούσε θεωρητικά να επηρεάσει ή ακόμη και να διακόψει ζωτικές υπηρεσίες. Δεν είναι τυχαίο ότι ολοένα περισσότεροι ευρωπαίοι αξιωματούχοι μιλούν ανοιχτά για τον κίνδυνο ενός αμερικανικού «kill switch», ενός ψηφιακού διακόπτη απενεργοποίησης που θα μπορούσε να μετατραπεί σε εργαλείο πολιτικής πίεσης.
Σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση του Ινστιτούτου για το Μέλλον της Τεχνολογίας (FOTI) με έδρα τις Βρυξέλλες, περισσότερες από τα τρία τέταρτα των ευρωπαϊκών χωρών χρησιμοποιούν αμερικανικές υπηρεσίες cloud για κρίσιμες λειτουργίες εθνικής ασφάλειας. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι 23 από τις 28 χώρες που εξετάστηκαν βασίζονται σε αμερικανική τεχνολογία, ενώ 16 εξ αυτών (Κροατία, Τσεχία, Δανία, Εσθονία, Φινλανδία, Γερμανία, Ουγγαρία, Ιρλανδία, Λετονία, Λιθουανία, Πολωνία, Πορτογαλία, Ρουμανία, Σλοβακία, Σλοβενία και Βρετανία) θεωρούνται υψηλού κινδύνου σε περίπτωση γεωπολιτικής έντασης με την Ουάσιγκτον.
Ανάμεσά τους βρίσκονται μεγάλες στρατιωτικές δυνάμεις της Ευρώπης και η διαπίστωση αυτή ενισχύει την ανησυχία ότι κρίσιμες ψηφιακές υποδομές της Ευρώπης παραμένουν εκτεθειμένες σε αποφάσεις που λαμβάνονται εκτός της ηπείρου. Αλλες επτά χώρες βρίσκονται σε μεσαίο επίπεδο κινδύνου, επειδή έχουν έμμεση έκθεση σε αμερικανικές υποδομές cloud μέσω ευρωπαϊκών αναδόχων που κατασκεύασαν το δικό τους σύστημα: Βέλγιο, Γαλλία, Ελλάδα, Ιταλία, Λουξεμβούργο, Ισπανία και Ολλανδία.
Η ανησυχία δεν είναι θεωρητική. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις παρακολουθούν με αυξανόμενη επιφυλακτικότητα τη γεωπολιτική μετατόπιση των τελευταίων ετών. Ο πόλεμος στην Ουκρανία, οι απειλές προς τη Δανία και τη Γροιλανδία, αλλά και περιστατικά όπως η προσωρινή διακοπή υπηρεσιών προς το Κίεβο – συμπεριλαμβανομένων δορυφορικών εικόνων από αμερικανική εταιρεία – ενίσχυσαν την αίσθηση ότι η πρόσβαση σε κρίσιμες τεχνολογικές υπηρεσίες μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο πίεσης. Αν αυτό μπορεί να συμβεί σε μια χώρα εν μέσω πολέμου, τότε θεωρητικά θα μπορούσε να συμβεί και σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.
Το πρόβλημα επιτείνεται από το νομικό πλαίσιο των ΗΠΑ. Η σχετική νομοθεσία (Cloud Act που ψηφίστηκε κατά την πρώτη θητεία Τραμπ στον Λευκό Οίκο), επιτρέπει στις αμερικανικές αρχές να απαιτούν πρόσβαση σε δεδομένα ακόμη και όταν αυτά αποθηκεύονται εκτός αμερικανικού εδάφους, εφόσον ανήκουν σε αμερικανικές εταιρείες. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και οι λεγόμενες «κυρίαρχες» υπηρεσίες cloud που προσφέρονται στην Ευρώπη ενδέχεται να μην είναι πλήρως ανεξάρτητες. Παράλληλα, σε περίπτωση κυρώσεων ή πολιτικής απόφασης, αμερικανικές εταιρείες θα μπορούσαν να υποχρεωθούν να διακόψουν ενημερώσεις ασφαλείας, τεχνική υποστήριξη ή συντήρηση, δημιουργώντας σοβαρά κενά στις ψηφιακές υποδομές.
Η αυξανόμενη αυτή εξάρτηση προκαλεί ήδη αντιδράσεις. Ορισμένες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και οργανισμοί αναζητούν εναλλακτικές λύσεις, επενδύοντας σε εγχώριες υποδομές ή σε ευρωπαϊκές πλατφόρμες cloud. Η Αυστρία επιχειρεί μια συνολική μετάβαση μακριά από τους μεγάλους παρόχους.
Το ομόσπονδο κρατίδιο Σλέσβιχ-Χολστάιν στη Γερμανία και το ιταλικό υπουργείο Αμυνας προσανατολίζονται σε λύσεις ανοικτού κώδικα, ενώ η Ολλανδία συνεργάζεται με ευρωπαϊκές εταιρείες για τη δημιουργία δικού της αμυντικού cloud. Παράλληλα, παρατηρείται αυξανόμενο ενδιαφέρον από επιχειρήσεις για μεταφορά δεδομένων σε ευρωπαϊκούς παρόχους, καθώς ενισχύεται η ανησυχία περί απορρήτου και ελέγχου των πληροφοριών.
Ωστόσο, η μετάβαση δεν είναι εύκολη. Οι αμερικανικοί πάροχοι υπερκλίμακας κυριαρχούν στην αγορά, προσφέροντας υπηρεσίες που δύσκολα μπορεί να ανταγωνιστεί η Ευρώπη. Πολλές κυβερνήσεις και επιχειρήσεις έχουν ήδη ενσωματώσει βαθιά τα συστήματά τους στις συγκεκριμένες πλατφόρμες, γεγονός που καθιστά την αποδέσμευση χρονοβόρα και δαπανηρή. Παρ’ όλα αυτά, ακόμη και μικρά βήματα προς τη διαφοροποίηση θεωρούνται κρίσιμα για τη δημιουργία ανθεκτικότητας.
Παγιδευμένοι στο cloud των τεχνολογικών κολοσσών
«Παγιδευμένοι» στο cloud των παγκόσμιων τεχνολογικών κολοσσών, αλλά και υπό τον… διακριτικό έλεγχο των αμερικανικών αρχών ασφαλείας, βρίσκονται πλέον εκατομμύρια χρήστες της τεχνολογίας παγκοσμίως, επιβεβαιώνοντας ότι η σταδιακή μετάβαση στη νέα ψηφιακή εποχή συνοδεύεται από ένα διαρκές ερώτημα: Πόσο ασφαλή είναι τελικά τα προσωπικά δεδομένα όλων μας;
Η παρακολούθηση των χρηστών διαφόρων συσκευών («έξυπνων» κινητών τηλεφώνων, PCs, laptops κ.λπ.) μέσω του cloud, κυρίως από αμερικανικές υπηρεσίες, είναι γεγονός. Αυτό σημαίνει ότι τα δεδομένα ακόμα και ευρωπαίων πολιτών υπόκεινται στο αμερικανικό δίκαιο!
Σύμφωνα με τους ειδικούς, η πρόσφατη μετάβαση στα Windows 11 δεν είναι απλώς μια τεχνική αναβάθμιση. Το ερώτημα δεν είναι πλέον αν συλλέγονται δεδομένα, αλλά πόσα και υπό ποιους όρους. Ιδιαίτερα σε έναν κόσμο όπου το cloud γίνεται πλέον αναπόσπαστο μέρος της καθημερινότητας, η ισορροπία μεταξύ ασφάλειας και ιδιωτικότητας παραμένει πιο εύθραυστη από ποτέ.
Ακρως αντιπροσωπευτικό είναι το παράδειγμα των Windows 11. Με τη λήξη υποστήριξης των Windows 10, στις 14 Οκτωβρίου 2025, εκατομμύρια χρήστες παγκοσμίως βρέθηκαν μπροστά σε ένα δίλημμα χωρίς πολλές εναλλακτικές: Να αναβαθμίσουν τις συσκευές τους στα Windows 11 ή να εκτεθούν σε σοβαρούς κινδύνους ασφαλείας.
Ωστόσο, η επιλογή αυτή δεν αφορά μόνο την τεχνολογική αναβάθμιση. Η Microsoft υποστηρίζει ότι η μετάβαση στα Windows 11 έχει ως βασικό στόχο την ενίσχυση της ασφάλειας. Οι τακτικές ενημερώσεις συσκευών και εφαρμογών, ο συγχρονισμός των δεδομένων τους και η αποθήκευσή τους στο cloud αποτελούν βασικά χαρακτηριστικά του νέου λειτουργικού συστήματος.
Ειδικότερα, ο νέος λογαριασμός Microsoft cloud είναι συνδεδεμένος συνεχώς με τις υπηρεσίες της εταιρείας, επιτρέποντας λειτουργίες όπως αυτόματες ενημερώσεις, αποθήκευση όλων των δεδομένων στο cloud και συγχρονισμό όλων των εφαρμογών. Σε αντίθεση με το παρελθόν, όπου οι χρήστες μπορούσαν εύκολα να δημιουργήσουν έναν τοπικό λογαριασμό και να λειτουργούν εκτός σύνδεσης, οι πρόσφατες εκδόσεις των Windows 11 περιορίζουν αυτήν τη δυνατότητα. Ετσι, οι χρήστες υποχρεώνονται να δημιουργήσουν νέο λογαριασμό στη Microsoft, προκειμένου να ολοκληρώσουν τη ρύθμιση της συσκευής τους. Αυτό όμως οδηγεί σε 24ωρη σύνδεση της συσκευής με το cloud της εταιρείας.
Τι δεδομένα συλλέγονται
Σύμφωνα με την Kaspersky, η υποχρεωτική χρήση λογαριασμού Microsoft, σημαίνει πρακτικά ότι η συσκευή εντάσσεται πλήρως στο οικοσύστημα της εταιρείας. Αυτό μπορεί να περιλαμβάνει τη συλλογή δεδομένων, όπως:
– Ολες τις δραστηριότητες του χρήστη.
– Λεπτομέρειες για τη χρήση των εφαρμογών.
– Τα διαγνωστικά στοιχεία του συστήματος.
– Τα δεδομένα της τοποθεσίας (όταν είναι ενεργοποιημένα).
Οπως επισημαίνει η ειδικός σε θέματα περιεχομένου και ανάλυσης ιδιωτικότητας, Anna Larkina, «οι επιλογές συναίνεσης για τη συλλογή αυτών των δεδομένων, συχνά εμφανίζονται μετά την ολοκλήρωση της εγκατάστασης»! Αυτό, πρακτικά, περιορίζει την ουσιαστική δυνατότητα επιλογής του χρήστη.









